Το βιβλίο «Οι Αόρατες Πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο γράφτηκε το 1972 και εκδόθηκε για πρώτη φορά στα Ελληνικά το 1982.

Ο αυτοκράτορας της Κίνας Κουμπλάι Χαν (ο οποίος αποκαλείται και Μεγάλος Χαν) ζητά από τον γνωστό Μάρκο Πόλο να επισκεφθεί την αχανή κινέζικη αυτοκρατορία και να του περιγράψει τις πενήντα πέντε πόλεις τις οποίες επισκέφθηκε. Η Κίνα είναι τόσο μεγάλη που ο αυτοκράτορας της δε θα μπορέσει ποτέ να την επισκεφθεί ολόκληρη. ο Καλβίνο εγκαινιάζει από την πρώτη γραμμή του βιβλίου ένα παιχνίδι διακειμενικότητας: ο Μάρκο Πόλο, ο οποίος όντως ταξίδεψε στην Κίνα και έγραψε ένα πολυσέλιδο αφήγημα σχετικά με τις εμπειρίες του, μεταπλάθεται σε έναν λογοτεχνικό χαρακτήρα, ενώ ο αυτοκράτορας Κουμπλάι Χαν γίνεται καθρέφτης του αναγνώστη. Ο Μεγάλος Χαν ακούει από τον Πόλο τις περιγραφές των πόλεων και επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει το νόημα πίσω από τις αφηγήσεις, χωρίς καν να ξέρει αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα:

Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι ο Κουμπλάι Χαν πιστεύει όλα όσα του λέει ο Μάρκο Πόλο όταν του περιγράφει τις πόλεις που γνώρισε στις αποστολές του, αλλά σίγουρα ο αυτοκράτορας των Ταρτάρων (sic, όχι «Τατάρων»!) συνεχίζει να ακούει τον νεαρό Βενετό με μεγαλύτερη περιέργεια και προσοχή από όσο οποιονδήποτε άλλον απεσταλμένο ή ανιχνευτή του. («Οι αόρατες πόλεις», εκδ. Καστανιώτης 2002, σ. 21).

Εκτός από τον πρόλογο του ίδιου του συγγραφέα, το «κλειδί» για την ανάγνωση του βιβλίου βρίσκεται νομίζω στους τίτλους των κεφαλαίων του: «Οι πόλεις και … η μνήμη, η επιθυμία, τα σημάδια, οι ανταλλαγές, τα μάτια, το όνομα, οι νεκροί, ο ουρανός, οι λεπτές, οι κρυφές, οι συνεχόμενες πόλεις».

Οι Αόρατες πόλεις, με την κομψότητα των λέξεων και τον καταιγισμό των εικόνων,  είναι μία μελέτη για την καλλιέργεια της εσωτερικής ζωής στο αστικό περιβάλλον, ένα παράδειγμα αποκάλυψης των στοιχείων τα οποία χαρακτηρίζουν την αστική ζωή, στα οποία χρειάζεται  να δοθεί χώρος και χρόνος για να τα αντιληφθούμε. Ο Καλβίνο-Μάρκο Πόλο στις Αόρατες πόλεις, σαν άλλη Σεχραζάτ,  αφηγείται ιστορίες από πόλεις εξωτικές. Στην πραγματικότητα, όμως, επισημαίνει ότι κάθε πόλη αποτελεί ένα παλίμψηστο, «πολύεδρο» όπως ο ίδιος το ορίζει, με ιστορίες οι οποίες δεν τελειώνουν ποτέ. Η πόλη, ως επινόηση και κατασκευή, προϋπόθεση και συγχρόνως λίκνο του «πολιτισμού», έχει πολύ μεγαλύτερη πυκνότητα νοημάτων, επιπέδων και αφηγήσεων από το φυσικό τοπίο.

«Οι αόρατες πόλεις είναι ένα όνειρο που δημιουργείται στο κέντρο εκείνων των πόλεων, όπου η ζωή είναι πρακτικά αδύνατη».

Οι πόλεις είναι ένα σύνολο σημασιών: απομνημονεύσεων, επιθυμιών, σημείων μιας γλώσσας· οι πόλεις είναι τόποι ανταλλαγών, όχι μόνο εμπορευμάτων, αλλά και λέξεων, πόθων, αναμνήσεων. «Το βιβλίο μου ανοίγει και κλείνει με εικόνες ευτυχισμένων πόλεων που συνεχώς αλλάζουν σχήμα και χάνονται, κρυμμένες μέσα σε δυστυχισμένες πόλεις», αναφέρει ο συγγραφέας.

Γι’ αυτό, κάθε πόλη αποτελεί έναν προορισμό εξερεύνησης για τον ταξιδιώτη – επισκέππτη που ξέρει να νιώθει, να «βλέπει». Και για τους κατοίκους της; Η πόλη παίρνει άλλη μορφή, διάσταση, νόημα, για κάθε κάτοικο, αλλά και για κάθε ηλικία και «φάση» της ζωής του. Γι’ αυτό η εμπειρίες μιας πόλης είναι (τουλάχιστον) ισάριθμες με τους κατοίκους και τους επισκέπτες της:

«Η πόλη είναι στομφώδης: επαναλαμβάνεται, έως ότου κάτι από αυτήν καρφωθεί στο μυαλό μας» («Οι πόλεις και τα σημάδια.2», ό.π. σελ. 77)

Και τότε «Η πόλις θα σ’ ακολουθεί» (Καβάφης) και θα προβάλλεται (κρυφά και συνεχόμενα,  μέσα από τη μνήμη, την επιθυμία, τα σημάδια, τα μάτια, τις ανταλλαγές, τους νεκρούς, τον ουρανό, το όνομα…), στις πόλεις όπου θα προσπαθείς να αποδράσεις από ό,τι σε καθόρισε…

Η εικόνα που κοσμεί το παρόν κείμενο είναι του Karina Puente, αρχιτέκτονα και καλλιτέχνη από το Περού ο οποίος δημιούργησε σχέδια σε πολλά διαφορετικά είδη χαρτιού, προσπαθώντας να αναπαραστήσει το πνεύμα του βιβλίου και τις πόλεις αυτού του  λογοτεχνικού ταξιδιού. Η συγκεκριμένη εικόνα με παραπέμπει στην Αθήνα, νομίζω για προφανείς λόγους.

(Διάλεξα το συγκεκριμένο βιβλίο, ενισχύοντας μετά πό ααρκετό καιρό την ετικέτα «Βιβλιοπαρουσιάσεις στο προκείμενο ιστοόγιο, επειδή συναρτάται με μία δική μου διεργασία «απενοχοποίησης» ως προς την αγάπη και τις αφηγήσεις μου για το κέντρο της Αθήνας, που έχουν συχνά γίνει αντικείμενο εκπλήξεων και αντιδράσεων σε διάφορες κατά καιρούς ομηγύρεις.)

Advertisements