Αναζήτηση

Φιλολογικά φύλλα

… από την περιπέτεια της θεωρίας, της ερμηνείας και της διδασκαλίας

Εφηβική λογοτεχνία: μάθημα για διδάσκοντες

Ανάγκη  να κατανοήσουμε τους σημερινούς εφήβους λίγο καλύτερα. Γιατί το ποιον διδάσκω είναι ανάλογο με το τι και πώς διδάσκω. Αποστάγματα και εφαρμογές από έναν ελλόγιμο και διεσδυτικό ανάλυτή και ιατρό ψυχών.

Δύναμη, βία και ιπποτισμός στην εφηβεία

Νίκος Σιδέρης, διάλεξη στην Ιωνίδειο Πρότυπο Σχολή Πειραιώς – 18 Οκτωβρίου 2017

Τέσσερα ερωτήματα

Γιατί οι έφηβοι σαγηνεύονται από τη δύναμη; Γιατί μαγεύονται από την άνομη βία, όπως στο bullying; Πώς θα μπορούσε ο ιπποτισμός να πλαισιώσει και να εξευγενίσει αυτό τον διπλό πειρασμό; Πόσο οι μεγάλοι, εκπαιδευτικοί και γονείς, αξιοποιούν αυτή την πολύτιμη δυνατότητα;

Πολύχρονη μελέτη με οδήγησε σε μια ρηξικέλευθη προσέγγιση σ’ αυτά τα θέματα και σε απαντήσεις άμεσα εφαρμόσιμες στην τάξη και στο σπίτι.

Έφηβος: Υποκείμενο εν ποιήσει

Ο έφηβος είναι υποκείμενο εν ποιήσει, με τις δυο σημασίες του όρου:

Πρώτο, βιώνει ποιητικά τον κόσμο: Με φαντασία και πάθος και καλλιεργώντας την τέχνη της μεταφορικής σημασιοδότησης και της ποιητική αδεία μεταποίησης της πραγματικότητας  — ακόμη και αν αυτή η ποιητική αίσθηση συχνά παραπλέει ή εξοκείλει στα νερά του εφιάλτη. Αρκεί να  αναλογιστούμε για μια στιγμή το αδιανόητο μίγμα που μέσα του τσαλαβουτάει ο έφηβος: ρομαντισμός και κυνισμός, επιζήτηση του θρίλερ και αποφυγή της πικρής όψης των πραγμάτων, απαίτηση για αλήθεια και δυσχερέστατη σχέση με την κυριολεξία… αυτά και άλλα τόσα απροσδόκητα και αντιφατικά  χαρακτηρίζουν, όλα μαζί ταυτόχρονα και αλληλομπλεγμένα, την εφηβική εμπειρία, το εφηβικό Φαντασιακό, τον εφηβικό λόγο, την εφηβική συμπεριφορά.

Δεύτερο, υπόκειται σε πολλαπλές και όχι πάντα εναρμονισμένες, συχνά δε αντιφατικές διεργασίες ποίησης, ήτοι κατασκευής της υποκειμενικότητάς του  — όπου ως υποκείμενο νοείται ένα ανθρώπινο πλάσμα που βιώνει, επιθυμεί και πράττει για λογαριασμό του χωρίς να αρνείται τον κόσμο: Ένας άνθρωπος που έχει επαρκώς εναρμονίσει τα θέλω του με τη λογική των πραγμάτων, τις φαντασιώσεις του με τον κανόνα του παιχνιδιού.

Και οι δύο αυτές όψεις του υποκειμένου εν ποιήσει συγκλίνουν στον τυπικά εφηβικό τρόπο ύπαρξης, όπου τρομακτικές αλήθειες συνυπάρχουν με τις πιο έξαλλες φρεναπάτες, και όπου ισχυρές δόσεις παντοδύναμου σουρεαλισμού καλούνται να συμπλέουν με χείμαρρους απόγνωσης μπροστά στην πίεση της πραγματικότητας.

Εικόνα του σώματος και του εαυτού στην εφηβεία

Δύο μείζονες πηγές της ποιητικής δυστροπίας στην εφηβεία είναι η ασταθής εικόνα του σώματος και η ασαφής εικόνα του εαυτού του εφήβου.

Με απλά λόγια, ζητείται απάντηση στα ερωτήματα: Πώς είμαι; Ποιος είμαι; Τι θέλω; Πού πάω = πού θέλω και πού μπορώ να πάω; Τι θέση μπορεί να βρεθεί στον κόσμο για μένα; Μ’ αγαπούν; Πώς ν’ αγαπήσω;

Ερωτήματα καθολικά, πανανθρώπινα, με απαντήσεις όχι και τόσο ευχερείς ούτε τόσο καλόδεχτες… Ωστόσο, στην εφηβεία, αυτά τα ερωτήματα αποκτούν εκρηκτικές διαστάσεις και αλλάζουν μορφή κάθε δεύτερη μέρα, καθώς διαπλέκονται με καθρεφτίσματα, ταυτίσεις, προσωρινές εκδοχές Ιδεώδους Εγώ και ρευστές έως και διαφεύγουσες εκδοχές Ιδεώδους του Εγώ. Συχνά αντιφάσκουν κι αλληλοαναιρούνται. Κι εξίσου πυκνά αποκτούν την υπόσταση και την αίσθηση του άφατου και του ανείκαστου που με αφορά, δεν μπορώ να το αποφύγω και ό,τι κι αν κάνω παραμένει ανοικονόμητο. Αβεβαιότητα, ανασφάλεια, απειλή, άγχος ή αυταπάτες παντοδυναμίας είναι τα ψυχοσυναισθηματικά παράγωγα που γεννά αυτή η καθημερινή Οδύσσεια δωματίου σε κάθε εφηβική ψυχή.

Η εφηβική παράσταση του κόσμου και της θέσης μου μέσα του είναι διάτρητη. Ακόμη και οι πιο απόλυτες βεβαιότητες του χθες, πολύτιμα μπαλώματα,  σπάνια φτάνουν μέχρι το αύριο… Όμως, η ύπαρξη των ανθρώπων διέπεται μεν από πραγματικότητες, αλλά βασίζεται σε βεβαιότητες: περί του αληθούς, του καλού, του επιθυμητού, του εφικτού  — και των αντιθέτων τους. Στην εφηβεία, αυτές ακριβώς οι ζωτικές βεβαιότητες δεν ανήκουν στα δεδομένα, αλλά στα ζητούμενα. Με την ιδιοτυπία ότι ο κόσμος του υποκειμένου στην εφηβεία δεν θεμελιώνεται σε αφηρημένες έννοιες, αλλά σε ιστορίες, σε αφηγήσεις. Και με την πρόσθετη ιδιαιτερότητα ότι και κάθε απάντηση έχει την υπόσταση του προσωρινά απόλυτου: Από το τι μουσική ακούμε μέχρι το τι ρούχα φοράμε και τι γκάτζετ κυνηγάμε… που θα πεταχτούν στον κάλαθο των αχρήστων μέσα σ’ ένα τρίμηνο το πολύ. Εξ ου και η τυπική δυσφορία του εφήβου μέσα στον κόσμο, μέσα στον πολιτισμό… και μέσα στο πετσί του.

Και η απάντηση που κερδίζει είναι…

Περιπλανώμενος στον διάτρητο κόσμο του, ο έφηβος αναζητά εναγώνια μια δύναμη που θα του εγγυηθεί ότι ο κόσμος υπάρχει κι είναι έτσι, και ότι ο ίδιος καλώς υπάρχει έτσι όπως είναι. Η διέξοδος από αυτή τη θράκα έχει μεν ιδιαιτερότητες, αλλά θυμίζει και τον τρόπο των μεγάλων.

Τι κάνουν οι μεγάλοι σε καταστάσεις παρόμοιας ενατένισης της μιας ή της άλλης τρύπας στον κόσμο τους; Προφανώς, κάθε πολιτισμός έχει επεξεργαστεί, και σε μεγάλο βαθμό επιβάλει, τις δικές του απαντήσεις με το περίβλημα της αυθεντίας: Μέγιστο παράδειγμα, οι θρησκείες. Στον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, ωστόσο, η δεσπόζουσα αντιρρόπηση της αγωνίας που γεννά η επαφή με τις τρύπες του κόσμου είναι άλλη: Το χρήμα. Οι μεγάλοι, αν έχουν χρήματα, ή έστω αν μπορούν να παριστάνουν ότι έχουν χρήματα, νιώθουν ότι είναι κάτι — και όσο πιο πολλά τα χρήματα, τόσο πιο πολύ το κάτι και η ασφάλεια που παρέχει.

Παρόμοια λειτουργούν ψυχολογικά και οι σύγχρονοι δυτικοί έφηβοι. Μόνο που δεν μπορούν να βασιστούν στο χρήμα, επειδή σ’ αυτή την ηλικία το χρήμα είναι το χρήμα των γονέων — οπότε, ακόμη και αν το έχεις στα χέρια σου, είναι δανεικό και δουλωτικό, αφού σε αφήνει συνεχώς έκθετο στη βούληση και τελικά στην απόλαυση, δηλαδή στα καπρίτσια του άλλου, δηλαδή του μεγάλου. (Ίσως εδώ βρίσκεται ένα σημαντικό κλειδί για τον πειρασμό της απόκτησης  χρημάτων μέσω της παραβατικότητας ή του χειρισμού του άλλου — πειρασμός εφηβικός, αν και όχι μόνο…).

Το χρήμα λοιπόν δεν μπορεί να θεμελιώσει την εφηβική βεβαιότητα. Ο έφηβος χρειάζεται κάτι άλλο: Κάτι εξίσου ισχυρό, αλλά δικό του. Ποιο είναι άραγε αυτό το ιδεώδες αγαθό; Είναι κάτι που ο έφηβος φαντάζεται ότι διαθέτει σε ανεξάντλητη αφθονία: Η δύναμη, η ισχύς. Και κατά πρώτο λόγο, η δύναμη του φαίνεσθαι, του σώματος και της συμπεριφοράς κατάλληλα σκηνοθετημένη, ώστε να αποπνέει αίγλη, γοητεία και επιβολή.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να διαπιστώσουμε το προφανές: Το ιδεώδες της σκηνικής δύναμης “άνευ ορίων, άνευ όρων” δεν αντιπροσωπεύει μόνο τη βαθύτατη λαχτάρα των ίδιων των εφήβων  — και όσων νιώθουν ότι κάπως το έχουν, και όσων τρέμουν επειδή τους λείπει. Αντιπροσωπεύει και το κατεξοχήν θεοποιημένο στοιχείο του εφηβολάγνου καταναλωτικού life style, που διαβρώνει τους μεγάλους — και που μέσα στο περιβάλλον του μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, παράγοντας το πλάσμα “παιδί-υπερνάρκισσος”. Τουτέστιν, την κατά φαντασίαν ενσάρκωση της γονεϊκής φαντασίωσης “Παιδί μου, ό,τι είμαι εγώ και ό,τι δεν είμαι εγώ θα είσαι εσύ στον κύβο”. Δηλαδή, την πριγκίπισα και το βασιλόπουλο που “γ@μεί και δέρνει και κάνει ό,τι του αρέσει επειδή έτσι του αρέσει”  — με τα ήδη γνωστά δυσάρεστα αποτελέσματα…

Η ύπαρξη ως πασαρέλα

Σ’ αυτές τις συνθήκες, ο πειρασμός της δύναμης, της υπεροχής, της επικράτησης και της επιβολής είναι πανταχού παρών στην εφηβεία — και έτοιμος κάθε στιγμή να θεριέψει ανεξέλεγκτα. Μια τέτοια μηχανή μοιραία εγκλωβίζει τον έφηβο σ’ έναν ατέρμονα όσο και άγονο αγώνα φαντασιακών ανταγωνισμών. Που μετατρέπει την προσωπική και κοινωνική ύπαρξη (μαζί και την παρουσία στο σχολείο) σε πασαρέλα ναρκισσισμού. Εκεί αναμετρώνται εναγώνια η εγωπάθεια, η ωραιοπάθεια, η γοητοπάθεια, η δημοφιλοπάθεια και όλα τα εις -πάθεια με τρόπο που δεν βρίσκεις ούτε τέλος ούτε άκρη. Έτσι που η ζωή του εφήβου καταδικάζεται να κυλά στη σκιά μιας ατέρμονης, διαπάλης για να συσσωρεύσει φαντασιακό κεφάλαιο (= “ποιος είναι ο πιο —— “)  — φτωχά μερίσματα εικονικής αναγνώρισης και παραμυθητικής αυταπάτης, τα οποία καλούνται να αντιρροπήσουν το έλλειμμα νοήματος, αν όχι και αγάπης, που ψήνει την εφηβική ψυχή.

Πρόκειται, εμφανώς, για μια συνθήκη τραγική: Ο εγκλωβισμός στην πασαρέλα του ναρκισσισμού κάνει τον έφηβο να μετατρέπεται σε ηθοποιό που παριστάνει τον εαυτό του όχι όπως είναι ή θα του ταίριαζε να είναι, αλλά όπως φαντάζεται ότι θα ήθελε ιδεωδώς να είναι  το υποθετικό όσο και θολό, εξίσου αβέβαιο βλέμμα των ομοίων του.

Η δύναμη και η βία

Ο πιο πρόχειρος κι εύκολος τρόπος επίδειξης δύναμης είναι προφανώς η άσκηση βίας, φυσικής ή ψυχολογικής. Επειδή η ωμότητα του μέσου “βία” δεν διαμεσολαβείται από τον Λόγο, παρακάμπτει τους κανόνες και επιτρέπει την άνευ προϋποθέσεων πρόσβαση σε μία ιδιαίτερη μορφή απόλαυσης, που την κάνει να φαίνεται πιο πολύτιμη  το ότι είναι απαγορευμένη. Πρόκειται για την απόλαυση που γεννά η ίδια η άσκηση της βίας, η εμπειρία του κακού. Απόλαυση οριακή, που κάνει τον πειρασμό του κακού και της απόλαυσης του κακού να στριφογυρίζει αδιάκοπα στην ψυχή του εφήβου (και κάθε ανθρώπου: βλέπε τις βρισιές και τις κατάρες που όλοι αυθόρμητα ξεστομίζουμε ή φανταζόμαστε κάθε τόσο… – «Να τον δω τούμπανο» κ.τ.ό…).

Στον καιρό μας, ένα κοινωνικό φαινόμενο που μοιάζει πια μοίρα αναπότρεπτη είναι η κορυφαία εικονογράφηση αυτών των παιγνίων που σκηνοθετεί η απόλαυση του κακού  — της άνομης δύναμης, της νοσηρής ισχύος. Πρόκειται για το bullying — το ψευτονταηλίκι, όπως με επιχειρήματα υποστηρίζω ότι πρέπει να λέγεται (και όχι “εκφοβισμός”). Πρόκειται για ένα διάστροφο, σαδιστικό σκηνικό δρώμενο, όπου η επίδειξη ασύμμετρης δύναμης γίνεται χειροπιαστή απόλαυση του κακού που εμπρόθετα προκαλείς στον ανήμπορο άλλο — και επιβραβεύεται από το περιβάλλον.

Ένα ολόκληρο βιβλίο έχω αφιερώσει σ’ αυτό το θέμα: ανάλυση της λογικής και των μηχανισμών που υποστηρίζουν το ψευτονταηλίκι, καθώς και μια στρατηγική με συγκεκριμένες πρακτικές εφαρμογές που θα μπορούσαν να το καταπολεμήσουν στη ρίζα του. Από τα πολλά εργαλεία που παρουσιάζονται εκεί, θα παρουσιάσω ειδικότερα εδώ ένα, με ευρύτατη εφαρμογή, το οποίο αγνοείται από τους μεγάλους (παιδαγωγούς και γονείς), αν και η ισχύς του μπορεί ν’ αποδειχτεί καταλυτική με όρους βαθιάς παιδαγωγικής παρέμβασης στο σπίτι, στο σχολείο και στην κοινωνική ζωή. Μια παρέμβαση που δεν θα στηρίζεται σε εξωγενείς ηθικολογίες, αλλά στη βιωμένη εμπειρία των ίδιων των εφήβων. Και η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν καίριο αντίδοτο στον πειρασμό της δύναμης, της βίας και της απόλαυσης του κακού  — για τους εφήβους… και όχι μόνο…

Πόσο σινεφίλ είναι οι μεγάλοι;

Πριν μιλήσω γι’ αυτό το εργαλείο, θέλω να σας ρωτήσω κάτι: Ας σηκώσουν το χέρι όσοι, με το χέρι στην καρδιά, απαντούν καταφατικά στα εξής ερωτήματα:

            –Ποιος έχει δει ταινίες με τον Μπάτμαν;

            –Ποιος έχει δει όλες τις ταινίες με τον Μπάτμαν;

            –Ταινίες με τα Χόμπιτ;

            — Όλες τις ταινίες της σειράς  «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών»;

            –Ταινίες με τον Χάρι Πότερ;

            –Όλες τις ταινίες με τον Χάρι Πότερ;

            –Χελωνονιντζάκια;

            –Χρονικά της Νάρνια;

            –Γκόρμιτι;

            –Και ποιος απ’ όσους τις έχει δει τις αξιοποίησε  στο σπίτι και στην τάξη μιλώντας με τα παιδιά και με τους εφήβους;

             [Δεν κάνω τον έξυπνο εκ του ασφαλούς: Εδώ και πάνω από 20 χρόνια χρησιμοποιούσα τέτοιο υλικό — “Ο βασιλιάς των λιονταριών”, “Toy story“, Μπόλεκ και Λόλεκ, Μπιπ-μπιπ και Κογιότ-ιδιοφυία.. — για να διδάξω σε μαθητές της Γ’ Γυμνασίου και της Α’ και Β’ Λυκείου τις βασικές έννοιες της Ψυχανάλυσης και, ανεπαισθήτως, τις αρετές του καλού χαρακτήρα. Βλέπε το βιβλίο μου “Και όμως μιλάνε – Έφηβος λόγος”.]

 Μάχη για το Φαντασιακό της Παιδείας

Ας επιχειρήσουμε τώρα μια ευρύτερη και βαθύτερη θεώρηση του ζητήματος.

Η παιδεία ως διαδικασία αντιστοιχεί σε ψυχική αναδιαμόρφωση της πρώτης ύλης –του παιδιού– που έρχεται και προτίθεται να προχωρήσει στον δρόμο της ζωής μέσα από τον κόσμο των μεγάλων. Θα προσπαθήσω λοιπόν να εικονογραφήσω μια απλή σκέψη, που είναι η εξής: Για να φτιάξουμε μια νέα παιδεία, μια νέα πραγματικότητα για την παιδεία, έναν νέο λόγο για την παιδεία, χρειάζεται να έχουμε και μια νέα παράσταση για την παιδεία. Με άλλα λόγια, χρειάζεται να αναδιατυπωθεί αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε το Φαντασιακό της Παιδείας. Ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίον άτομα, συλλογικότητες και κοινωνία καθρεφτίζονται μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία, την εκπαιδευτική εμπειρία, επενδύοντας εκεί ψυχή, πόρους, φόβους, αρνήσεις και προσδοκίες κλπ.

Αυτό το ζητούμενο δεν αναδύεται εν κενώ. Υπάρχει ήδη ένα Φαντασιακό της παιδείας, το οποίο μπορούμε να το αποτυπώσουμε με χίλιους τρόπους σαν κάτι που σίγουρα μπορεί να γίνει καλύτερο.

Θεωρώ ότι μια τέτοια μάχη για το Φαντασιακό της Παιδείας είναι αναγκαία –παράλληλα με ένα στρατηγικό σχέδιο και με την άριστη αξιοποίηση των ελάχιστων υλικών πόρων και των άφθονων ψυχοδιανοητικών πόρων που διαθέτει αυτή η χώρα. Θα εικονογραφήσω λοιπόν τη βασική ιδέα αυτής της μάχης μέσα από ένα παράδειγμα. Το παράδειγμά μου θα είναι πολύ πιο προσιτό στα νέα μυαλά, αυτά που έχουν μεγαλύτερη εξοικείωση με το Φαντασιακό των μαθητών. Οι μεγάλοι θα μπορούσαν ίσως να παρακολουθήσουν καλύτερα την ανάλυσή μου ρωτώντας τα παιδιά τους για όσα δεν καταλάβουν. Σίγουρα έχουν κάτι να κερδίσουν.

Γιατί οι υπερήρωες δεν μετατρέπονται σε δυνάστες;

Θα διερευνήσω λοιπόν το θέμα αυτό με αφετηρία ένα ερώτημα που ίσως φανεί παράξενο, αν όχι και παράταιρο στον συνήθη κόσμο των μεγάλων. Το ερώτημα αυτό είναι: «Γιατί οι υπερήρωες δεν μετατρέπονται σε δυνάστες;». Το ερώτημά μου έχει –το λέω εκ προοιμίου– μεγάλο αντίκρισμα στη ζωή του σχολείου — και του σπιτιού. (Στη συνέχεια θα δούμε με ποιον τρόπο.)

Η ερώτηση αναδιατυπώνεται πιο γλαφυρά ως εξής: «Γιατί ο Batman, που έχει τόσο μεγάλες δυνατότητες, δεν καταφέρνει και δεν επιδιώκει καν να γίνει το αφεντικό της Gotham City; Γιατί ο Superman δεν γίνεται ο κυρίαρχος της Γης; Γιατί ο Frodo, το χόμπιτ με το δαχτυλίδι της ισχύος, δεν θέλει να γίνει ο κυρίαρχος του σύμπαντος, αλλά πολεμάει εναντίον της μετατροπής αυτού του προνομίου ισχύος σε δυνάστευση των άλλων ανθρώπων; Γιατί η Ερμιόνη στον Harry Potter δε χρησιμοποιεί τα μαγικά της προκειμένου να βγαίνει πρώτη και καλύτερη, να επιτύχει κοινωνικά και ξεκούραστα, οικονομικά και να βρει κι ένα καλό παιδί, που λέει ο λόγος, και να κάνει τη δουλειά της ωραία; Γιατί τα χελωνονιντζάκια με τόση δεινότητα που διαθέτουν δεν γίνονται οι πιο επιτυχημένοι στην ιστορία ληστές πιτσαρίας;».

Αυτά είναι πραγματικά ερωτήματα που η σημασία τους αποκαλύπτεται με τον εξής απλό τρόπο: Αν στους μαθητές, αλλά και στους μεγάλους (δεν τους εξαιρώ γιατί κουβαλάμε όλοι μας κάτι από τη μαγεία της εφηβείας μας πάντα μέσα μας) –αν λοιπόν έθετε κανείς το ερώτημα «Τι θα έκανες αν είχες υπερδυνάμεις σαν τον Superman, τον Frodo, την Ερμιόνη κλπ;», μπορούμε να προβλέψουμε από τώρα ποιες θα ήταν οι απαντήσεις: Ελάχιστοι θα λέγανε «Θα έκανα κακό στους άλλους ή αθέμιτο καλό σε μένα». Αρκετοί προς λίγοι θα λέγανε «Θα κοίταζα να επωφεληθώ όσο καλύτερα μπορώ». Οι πιο πολλοί θα λέγανε «Θα έκανα καλό σε όλους». Κατά πάσα πιθανότητα, δηλαδή, οι ερωτώμενοι θα εκδήλωναν ένα κομμάτι από το θησαυρό του καλού που υπάρχει μέσα στον κόσμο των παιδιών, μέσα στην ψυχή των μαθητών και –το τονίζω–των μεγάλων (οι οποίοι δεν είναι τόσο μακριά από τον Superman όσο ίσως φανταζόμαστε). Και όμως, δεν αξιοποιούμε αυτόν τον θησαυρό, αυτό το δυναμικό του καλού, με τον πιο κατάλληλο τρόπο.

Πράγματι, αυτό το δυναμικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή να αξιοποιηθεί με πολύ εποικοδομητικό αποτέλεσμα και με ελάχιστα μέσα, αρκεί να χρησιμοποιήσουμε εξυπνάδα και αναφορά σε αυτό που ήδη ενυπάρχει στο Φαντασιακό των παιδιών –τον θησαυρό του καλού που ήδη υπάρχει μέσα στα παιδιά.

Ειδικότερα αυτή η αλληγορία –το ότι οι υπερήρωες με τόσο τρομερό εξοπλισμό δεν επωφελούνται ατομικά εις βάρος των άλλων, αλλά νοιάζονται για το κοινό καλό– δεν είναι καθόλου μακριά από το βαθύτερο ιδεώδες των παιδιών και των εφήβων. Δείχνει μάλιστα και το εξής: Οι ασύμμετρες σχέσεις ισχύος, ομορφιάς, εξυπνάδας κλπ. δεν είναι αναγκαίο ή αναπόφευκτο να μετατραπούν σε σχέσεις εξουσιασμού, εκμετάλλευσης και καταδυνάστευσης των άλλων. Αυτό τα παιδιά το ξέρουν, γι’ αυτό και αγαπούν τόσο πολύ το εν λόγω σύμπαν –ας το πούμε με το όνομά του: το σύμπαν του ιπποτισμού. Υπογραμμίζω εδώ ότι το όνομα αυτό  (“ιπποτισμός”) δεν είναι εισαγόμενο  ̶  ένα ξένο στοιχείο που το μπολιάζει ένας  ενήλικος στον λόγο των παιδιών. Αρκεί να θυμηθούμε (ή να μάθουμε, όσοι δεν το ξέραμε) ότι οι δύο τελευταίες ταινίες με τον παραδειγματικό υπερήρωα Μπάτμαν έχουν σαν τίτλο “Ο Σκοτεινός Ιππότης” (The Dark Knight, 2008) και  “Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή” (The Dark Knight Rises, 2012) ενώ με τον ανάλογο τίτλο «Ο τελευταίος Ιππότης»  κυκλοφόρησε και η πιο πρόσφατη ταινία της σειράς Transformers, (Transformers: The Last Knight, 2017). Δηλαδή, όχι μόνο η ιπποτική συμπεριφορά και η λογική του ιπποτισμού, αλλά και η ίδια η λέξη (το σημαίνον) “ιππότης” μεσουρανούν στο στερέωμα του παιδικού και εφηβικού (και όχι μόνο…) Φαντασιακού. Με άλλα λόγια: Οι ταινίες που κυριαρχούν στο box office δείχνουν, με τις επιλογές των σημαινόντων  — και μάλιστα του κύριου σημαίνοντος  στην προμετωπίδα τους — τη σπουδαιότητα και την επιρροή της αναφοράς στον ιπποτισμό για τα παιδιά και τους εφήβους. Το μάρκετινγκ και η διαφήμιση τέτοιων εμπορικών υπερ-προϊόντων το έχουν ψάξει καλά το θέμα. Ας μην αφήσουμε λοιπόν το πεδίο μόνο σ’ αυτές τις μηχανές…

Αυτός λοιπόν είναι ο κόσμος που μαγεύει τα παιδιά και τους εφήβους και μέσα από τον οποίο προσπαθούν να διαμορφώσουν την ηθική τους υπόσταση. Γι’ αυτό και η ένταξη της δικής μας παιδαγωγικής παρέμβασης στο δικό τους σύμπαν δεν επιχειρείται με βάση διδακτικές γενικολογίες έξωθεν και άνωθεν. Αλλά συντελείται μέσα από τη συγκεκριμένη εμπειρία της ευχαρίστησης και της αλήθειας που ήδη τους προσφέρει αυτός ο μυθικός κόσμος  — ο κατ’ εξοχήν δικός τους κόσμος!

Αυτό το σημείο έχει κρίσιμη σημασία: Επικαλούμενοι τους υπερήρωες, δεν θέλουμε να υποβάλουμε τα παιδιά και τους εφήβους σε μεταμόσχευση εγκεφάλου και να τους φορέσουμε ένα μυαλό “τύπου μεγάλου” προκειμένου να γίνουν κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι. Αρκούμαστε στο να τους βοηθήσουμε να αποκτήσουν επίγνωση και να εναρμονιστούν με ότι καλύτερο, ευγενέστατο και πανίσχυρο, ήδη υπάρχει στο μυαλό — και στην καρδιά τους! Επειδή ο ιπποτισμός που ενσαρκώνουν οι υπερήρωες είναι ένα σύστημα αξιών και συμπεριφορών, ένας τρόπος με τον οποίο παιδιά και έφηβοι ταυτίζονται αυτόβουλα, με όλη την καρδιά τους. Γι’ αυτό και στις Απόκριες μεταμφιέζονται σε υπερήρωες, γι’ αυτό και οι ταινίες και τα βιβλία με τους υπερήρωες είναι ποσοτικά και ποιοτικά κυρίαρχες αναφορές, ακρογωνιαίοι λίθοι του παιδικού και εφηβικού Φαντασιακού, τουτέστιν της ίδιας της υπόστασης του υποκειμένου εν ποιήσει.

Λέγω, λοιπόν, ότι, ένα σημαντικό μέρος της αναδιαμόρφωσης του Φαντασιακού της παιδείας και των μαθητών σε πολύ μεγάλο βαθμό θα μπορούσε να γίνει μέσα από απλές παρεμβάσεις, που να έχουν όμως σύστημα και διάρκεια, πάνω ακριβώς στο μοτίβο του ιπποτισμού. Δηλαδή καλλιεργώντας το πολύ απλό «Καν’ το όπως ο Batman», «Καν’ το όπως η Ερμιόνη», «Καν’ το όπως τα χελωνονιντζάκια» κ.τ.ό.

Αυτά που λέω φαίνονται πολύ ευχάριστα, ίσως και αστεία, αν και κάπως περίεργα. Αλλά είναι ένας παιδαγωγικός θησαυρός, μια πανίσχυρη παιδαγωγική εργαλειοθήκη που έχουμε στα χέρια μας. Τα παιδιά δε χρειάζεται απαραιτήτως να γίνουν καλύτερα με ενέσεις καλού εισαγόμενες στον κόσμο τους. Τα παιδιά χρειάζονται ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο θα μπορέσουν να αναδείξουν την καλοσύνη και την αγάπη για το καλό που τα μαγεύει. Μια αγάπη μέσα στην οποία αναγνωρίζονται, ξοδεύουν το χαρτζιλίκι τους για να βιώσουν και να χαρούν αυτά που οι μεγάλοι καμιά φορά τα λέμε «βλακείες» ή «ανοησίες» –κάκιστα, επειδή αυτές οι αναφορές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως υπέροχο όπλο αναδιαμόρφωσης του Φαντασιακού.

Αυτό το σημείο εικονογραφεί εύγλωττα τη θέση στην οποία πρέπει να βρίσκονται οι γονείς (αλλά τηρουμένων των αναλογιών, και οι παιδαγωγοί και γενικά οι μεγάλοι) για να πιάνουν τόπο όσα κάνουν για το παιδί. Τη θέση αυτή την ορίζει η ύψιστη επιταγή: Να γνωρίζεις τον κόσμο του παιδιού!

Το να γνωρίζεις και να μπορείς να μοιράζεσαι τον κόσμο του παιδιού υποδεικνύει με επαρκή ακρίβεια τον τόπο στον οποίο μπορεί να ισορροπεί ένας γονιός, και γενικά ο παιδαγωγός, στη σχέση του με το παιδί: Πολύ κοντά και λίγο πιο ψηλά!

Πολύ κοντά  σημαίνει βασικά δυο πράγματα: Πρώτο, ότι ο μεγάλος δεν φοβάται  να βρεθεί πολύ κοντά στο παιδί — στις χαρές, στις λύπες, τις αγωνίες του, τις απαιτήσεις, τις απορίες, τις εντάσεις του. Μπορεί να μοιράζεται τον κόσμο του παιδιού χωρίς να ταλαντεύεται, χωρίς να υποκρίνεται, όντας ο εαυτός του (η αρετή της αυθεντικότητας). Δεύτερο, ότι ο μεγάλος καταφέρνει  να βρεθεί πολύ κοντά στο παιδί συναισθανόμενος τη διάθεσή του, τις σκέψεις του, ακόμη και εκείνα που το παιδί δεν έχει τον τρόπο να τα εκφράσει άμεσα. Μπορεί να μοιράζεται τον κόσμο του παιδιού καταφέρνοντας να ξεφύγει από τον όποιο πειρασμό του εγωκεντρισμού και να δει, για όσο διάστημα χρειάζεται, τον κόσμο με τα μάτια του παιδιού (η αρετή της ενσυναίσθησης).

Μοιράζομαι τον κόσμο του παιδιού σημαίνει ότι δεν βλέπω υποτιμητικά ή περιφρονητικά τα ενδιαφέροντά του, τις ευχαριστήσεις του, τις αναζητήσεις του, τις αναφορές του — την κουλτούρα του. Αντίθετα, διαβάζω κάποια από τα περιοδικά και τα βιβλία που διαβάζει, βλέπω κάποιες εκπομπές που παρακολουθεί στην τηλεόραση, ακούω κάτι από τη μουσική που προτιμά, ενημερώνομαι ή και παίζω κάποια από τα games που το συναρπάζουν, πληροφορούμαι για τις μόδες, για τα trends, για τους σταρ και τους ήρωες ή υπερήρωες που κατοικούν στις πληροφορίες που δέχεται και στις συζητήσεις που κάνει… Ακόμη και αν δεν μου προκαλούν μεγάλη ευχαρίστηση, ωστόσο δείχνω έμπρακτα ότι ενδιαφέρομαι και, όσο μπορώ πιο απροκατάληπτα, φροντίζω να γνωρίσω και να απολαύσω πλευρές της παιδικής και εφηβικής κουλτούρας, που ίσως έχουν και αξία πέρα από το ότι αποτελούν σοβαρά συστατικά του κόσμου του παιδιού που απέναντί του έχω παιδαγωγική ευθύνη.

Όπως είδαμε, λοιπόν, τα στοιχεία του ιπποτισμού υπάρχουν και μπορούν να λειτουργήσουν ως σημαντικός πυρήνας ενός νέου Φαντασιακού. Μιας νέας αντίληψης του κόσμου και του βίου –πέρα από την αγωνία του να πατήσω επί πτωμάτων για να ανέβω εγώ, και οι άλλοι ας πάνε στον διάβολο. Δηλαδή, είναι ένα ισχυρό αντίδοτο απέναντι στο ιδεολογικά κυρίαρχο σήμερα «κατά Διαβόλου ευαγγέλιο», το οποίο εντέλλεται «μισείτε αλλήλους» και μεταφράζεται σε φρικαλέες οδηγίες επιβίωσης του τύπου «καθένας για πάρτη του» και «φα’ τους για να μη σε φάνε».

Ας διευκρινίσουμε ότι το ιδεώδες του ιπποτισμού έχει εκπροσώπους μέσα στον κόσμο των παιδιών τόσο  άρρενες όσο και θήλεις –γιατί καμιά φορά φανταζόμαστε τους ιππότες μόνο με την τενεκεδένια στολή και με κάτι μουστάκες από μέσα. Όμως αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η Ερμιόνη είναι ιππότισσα, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του ιπποτισμού –δηλαδή τη γενναιότητα, την αβρότητα, τον σεβασμό στον αδύναμο, την υπεράσπιση του αδυνάμου –και όχι, για παράδειγμα, τη χρησιμοποίηση της δύναμής σου για να επιχειρήσεις και να υλοποιήσεις πράξεις bullying και κακοποίησης ή υπεροχής με αθέμιτα μέσα στον χώρο του σχολείου. Το ίδιο ισχύει και για τη Λούσι και τη Σούζαν στα “Χρονικά της Νάρνια” ή τη Τζέσικα στα Γκόρμιτι…

Να λοιπόν πώς ο ιπποτισμός είναι μια πραγματικότητα, ψυχική και πολιτισμική, για τα παιδιά και τους εφήβους. Μια καλή πραγματικότητα που μπορεί να αντιπαλέψει ένα μεγάλο κομμάτι της κακής ψυχικής ατμόσφαιρας και της δυσάρεστης πραγματικότητας που υπάρχει μέσα στα σχολεία. Αυτός, άρα, είναι ένας καλός τρόπος να εικονογραφήσουμε τι ακριβώς θα σήμαινε η μάχη για το Φαντασιακό της Παιδείας: Να αξιοποιήσουμε το πολύτιμο υλικό που υπάρχει ήδη μέσα στον ψυχικό κόσμο των παιδιών και τα μαγεύει. Όχι απλώς τα πείθει –τα μαγεύει και τα κινητοποιεί προκειμένου να φτιάξουν μια ευρύτερη, καλύτερη ιδέα για το πώς είναι το σχολείο, η παιδεία, η παιδική ηλικία, η μαθητική κατάσταση, η σχέση με τους άλλους κλπ.

Ο ιπποτισμός βασίζεται σε μια απλή αλλά πανίσχυρη βάση: Σ’ αυτό που λέγεται «κώδικας τιμής». Δηλαδή, στο ότι κάποια πράγματα έχουν αξία και απαξία όχι γιατί μας τα επιβάλουν με εξωτερική τιμωρία και πειθαναγκασμό, αλλά γιατί μέσα μας νιώθουμε ότι «έτσι θέλω να κάνω» και «έτσι νιώθω ότι δεν θέλω να κάνω με καμία δύναμη». Θεωρώ, λοιπόν, ότι ένας τέτοιος κώδικας, που τα ουσιώδη συστατικά του ήδη ενυπάρχουν στην παιδική κι εφηβική ψυχή ως μαγεία του ιπποτισμού,  θα μπορούσε να είναι μια ευρύτερη βάση για να συναφθεί ένα συμβόλαιο τιμής ανάμεσα στο σχολείο, τα παιδιά, την οικογένεια και ευρύτερα την κοινωνία, που θα έχει μια τέτοια ιδέα σαν κατευθυντήρια. Δηλαδή: Να σέβεσαι τον άλλον· να φέρεσαι ιπποτικά· να υπερασπίζεις και να μην κακοποιείς τον αδύναμο· να μην κάνεις ποτέ στον άλλον ό,τι δεν θέλεις να κάνουν σε σένα…

«Δίνω τον λόγο της τιμής μου και υπόσχομαι ότι θα σέβομαι το σχολείο, τους δασκάλους και τους συμμαθητές μου, θα φέρομαι ιπποτικά σε όλους και ιδιαίτερα στους πιο αδύναμους, και δεν θα επιτεθώ ποτέ σε αδύναμο, αλλά θα τον υπερασπίσω από επιθέσεις. Θα θεωρώ σωστή μόνο την άμιλλα για τη διάκριση στη μάθηση, τον αθλητισμό, την καλή συμπεριφορά και τα καλά έργα. Δεν θα κάνω ποτέ στον άλλον ό,τι δεν θέλω να κάνουν σε μένα. Και θα θεωρώ ντροπή κάθε παράβαση αυτής της υπόσχεσης που ελεύθερα δίνω σήμερα».

Τέτοια απλά αλλά γόνιμα και πανίσχυρα πραγματάκια δεν είναι μακριά απ’ αυτό που ήδη βασιλεύει στην ψυχή των παιδιών. Και μπορούν να λειτουργήσουν σαν κοινή πλατφόρμα για την αναβάθμιση τόσο της ψυχικής συγκρότησης των παιδιών όσο και του σχολικού κλίματος.

Ο εν λόγω κώδικας τιμής βασίζεται προφανώς στην έννοια τιμή. Όπως λέει και το λεξικό, η αίσθηση και η παράσταση της τιμής συναρτάται με την υπεράσπιση της προσωπικής αξιοπρέπειας — κάτι άκρως οικείο και θεμελιώδες για την Ελληνική νοοτροπία, που έχει ως δεσπόζουσα το φιλότιμο. Μπορούμε λοιπόν, μέσα από πράγματα που υπάρχουν μέσα στην ψυχή και το μυαλό των παιδιών, να αναπτύξουμε σ’ αυτά την έννοια και την αίσθηση του ότι έχουν προσωπική αξιοπρέπεια. Αξιοπρέπεια την οποία αναγνωρίζουν όχι μόνο όταν πλήττεται γιατί κάποιος τους την κακοποιεί με το να μην τα σέβεται, με το να μην δίνει σημασία στην αξιοπρέπειά τους –πράγματα που είναι κοινός τόπος. Αλλά και όταν η αίσθηση της προσωπικής αξιοπρέπειας τα ωθεί να κάνουν πράγματα καλά για αυτά και για τους άλλους και να μην κάνουν πράγματα κακά για κανένα. Και κυρίως τα ωθεί να γίνουν υποκείμενα λόγου, συνάπτοντας ένα συμβόλαιο τιμής όπου ο λόγος τους και μόνο αυτός και τα εκπροσωπεί και τα δεσμεύει. Αυτό θα πει να σέβονται την προσωπικότητά τους και τη σκέψη τους, να την κάνουν λόγο και ο λόγος τους να τα εκπροσωπεί ουσιαστικά τόσο έναντι του άλλου όσο και ως προς τον ίδιο τον εαυτό τους. Και με αυτόν τον τρόπο να μπορούν να συνάπτουν ανθρώπινες και κοινωνικές σχέσεις που να έχουν αξία, όχι γιατί υπάρχει εξωτερικός καταναγκασμός αλλά γιατί μέσα από την ίδια την ψυχή τους βγαίνει η καλύτερη πλευρά τους.

Θεωρώ ότι αν τα παιδιά καταφέρουν, με τρόπους σαν αυτούς που σας ανέφερα, μέσα από την αναμόρφωση του Φαντασιακού να γίνουν υποκείμενα λόγου που χαίρονται όταν τηρούν την εσωτερική αρχή “Καν’ το όπως ο Μπάτμαν”, η μάχη για τον χαρακτήρα των παιδιών αλλά και, ευρύτερα, για μια νέα παιδεία, θα έχει κερδηθεί. Ίσως αξίζει λοιπόν να δοκιμάσουμε, με την καρδιά μας, εκπαιδευτικοί και γονείς, αυτούς τους τρόπους. Κι έτσι να έρθουμε κι εμείς, μέσα από μια τέτοια χαρούμενη γνώση, πιο κοντά σε ό,τι κι εμάς τους ίδιους θα μπορούσε να μας υποστηρίξει στις ουκ ολίγες αντιξοότητες του βίου και της Ιστορίας.

Θα μπορούσατε (έχει ήδη γίνει σε παρόμοιες ομιλίες μου) να μου θέσετε το ερώτημα: Είναι άραγε η ελληνική κοινωνία έτοιμη για μια τέτοια παρέμβαση; Το ερώτημα πολύ δύσκολα θα μπορούσε ν’ απαντηθεί καταφατικά. Ωστόσο, ακόμη και σ’ αυτές τις συνθήκες, ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του. Και σίγουρα περνούν αρκετά. Που μάλιστα τα έχουμε ενίοτε στο πιάτο, απλώς δεν τα αναγνωρίζουμε. Ας αρχίσουμε λοιπόν από απόψε στο σπίτι… και από τη μεθεπόμενη εβδομάδα στο σχολείο, ίσως με λίγο ‘Άρχοντα των Δαχτυλιδιών”… ή λίγο Μπάτμαν; Το box office ίσως βοηθάει στην επιλογή.

 

Πηγή: https://siderman.gr/dinami-via-ke-ippotismos-stin-efivia/

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: